Δευτέρα, 16 Ιανουαρίου 2012

"Έρωτας στα χιόνια", Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης




Προσέγγιση του διηγήματος «Έρωτας στα χιόνια, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης», μέσω διερευνητικής δραματοποίησης.


·         Δημιουργία ατμόσφαιρας (ευαισθητοποίηση)

Μουσική εορταστική
Κινούμαστε στο χώρο, ημέρες Χριστουγέννων κι όλοι φοράμε τα καλά μας ρούχα,τα λαμπερά κολιέ, τα επίσημα σακάκια.

Οι δρόμοι είναι στρωμένοι με λευκό, αφράτο χιόνι κι εγώ προσπαθώ να περπατήσω με τα καλά μου παπούτσια.
Λευκές γάζες περνούν από πάνω μου και με αγκαλιάζουν σα χιόνι.
Με τη γιορτινή μου αμφίεση χαιρετώ τους υπόλοιπους καλεσμένους.
Ένα ποτήρι κρασιού κινείται ανάμεσά μας, κάθε φορά που ακούγεται ο ήχος από τα ξυλάκια, το πρόσωπο που κρατάει το ποτήρι προσφέρει δυνατά μια ευχή.


·         Επαφή με το αρχικό περιβάλλον – Επαφή με το έργο – Παρουσίαση μέσω αφήγησης – Παιχνίδι ρόλων

Η πόρτα χτυπά έντονα και δυνατά! Η μουσική σταματά!
Ο εμψυχωτής σε ρόλο:
Εμφανίζεται μια γριούλα ταλαιπωρημένη, αφού καθίσει και ζεσταθεί, όλοι οι καλεσμένοι δημιουργούν έναν κύκλο γύρω της.
Τότε ξεκινά να αφηγείται την ιστορία του μπάρμπα-Γιαννιού…

«Καρδιά του χειμώνος. Χριστούγεννα, Αης Βασίλης,Φώτα.
Κάθε πρωί τον έβλεπα να ρίχνει στους ώμους την παλιά πατατούκα  βγαίνοντας από το παλιό μισογκρεμισμένον του σπίτι. Ο Έρωντας, ψιθύριζαν οι γειτονοπούλες..πάλι μουρμουρίζει δυνατά για να τον ακούσει η πολυλογού… Αυτά άκουγα και η καρδιά μου μάτωνε…
Οι γλώσσες λέγανε πως μ’ αυτή την πατατούκα ξεκίνησε σα ναύτης, έκανε ταξίδια, απόκτησε δικό του καράβι, χλιδή και πλούτη …μα τα έφαγε όλα με τας  Φρύνας εις την Μασσαλίαν. Μόνο η πατατούκα απέμεινε!
Κανέναν δεν είχε στον κόσμο, είχε νυμφευθεί και είχε χηρεύσει, είχε αποκτήσει τέκνον και είχε ατεκνωθεί…
Αργά τα μεσάνυχτα τον έβλεπα στο σοκάκι, πίνοντας να τραγουδά τον πόνο του :
       
       ‘Σοκάκι μου μακρύ – στενό με την κατεβασιά σου,
κάμε κι εμένα γείτονα με τη γειτόνισσά σου ’.

κι άλλες να παραπονιέται :  

‘Γειτόνισσα, γειτόνισσα πολυλογού και ψεύτρα
δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα’.

Η πολυλογού ούτε λόγος να τον κοιτάξει, γυναίκα δραστήρια, με άντρα, τέσσερα παιδιά, δούλευε τον χειρόμυλο, είχε και ένα γαϊδουράκι που τη βοηθούσε για να κουβαλά τα αλέσματα. Όλα τ’ αγαπούσε η πολυλογού εκτός από τον μπάρμπα-Γιαννιό.
Κάποιες φορές τον έβλεπα να κοιτάζει το κλειστό παραθύρι της πολυλογούς, και ο έρωτάς του μονολογούσε :

‘ Να είχε ο έρωτας σαΐτες..! να είχε βρόχια..να είχε φωτιές.. Να τρυπούσε με τις σαΐτες του τα παραθύρια… να ζέσταινε τις καρδιές… να έστηνε τα βρόχια του απάνω στα χιόνια… Ένας γέρο – Φερετζέλης πιάνει με τις θηλιές του χιλιάδες κοτσύφια…’
 Έτσι φανταζότανε τον έρωτα.. Έπινε για να ξεχάσει… την πολυλογού, τα καράβια, το χαμένο του παιδί, την άσωτη ζωή, τη μακαρίτισσα τη γυναίκα του; Ποιος ξέρει….
Μάταια κοίταζε το παράθυρο της πολυλογούς, ούτε λόγος να τον κοιτάξει και τότε το ποτό μιλούσε :
 ‘ Ένας θεός θα μας κρίνει… κι ένας θάνατος θα μας ξεχωρίσει… κι ένα κοιμητήρι θα μας σμίξει ’.
Ώσπου ένα βράδυ, όπου το άσπρο χιόνι είχε καλύψει τη γη για τα καλά, άρχισε να φωνάζει,,,
‘ Άσπρο σινδόνι,,, να μας ασπρίσει όλους το μάτι του θεού, όλα να τα καλύψει, να τα αγνίσει ’.
Είχε πιεί περισσότερο από ποτέ και παραπατώντας ξεκίνησε για το σπίτι της πολυλογούς.
Αχ και να ’βρισκα τη δύναμη, να πήγαινα ως την πόρτα του πριν φύγει…
Τα δάκρυα με βάρυναν και πλάγιασα στο κρεβάτι.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα απ’ τις φωνές, η γειτονιά όλη στο πόδι, βγαίνοντας στο σοκάκι, άκουσα μια γειτόνισσα να λέει : ‘ Σαν άσπρο σάβανο τον κάλυψε το χιόνι ’, ‘έξω από την πόρτα της πολυλογούς πέθανε ’, είπε μια άλλη. ‘Ακούσαμε κάποιους χτύπους, μα βγαίνοντας στο παράθυρο δεν είδα κανέναν’, έλεγε ο άντρας της πολυλογούς.
Αυτό ήταν...δεν πρόλαβε να πει στην πολυλογού … μα ούτε κι εγώ πρόλαβα να πω σ’ αυτόν….
(Στο τέλος της αφήγησης ο εμψυχωτής ενημερώνει την ομάδα πως ο ρόλος της γριούλας ήταν ένας τρόπος παρουσίασης του διηγήματος, επισημαίνοντας πως το διήγημα τελειώνει με το χιόνι ως άσπρο σινδόνι που καλύπτει το άψυχο σώμα του μπάρμπα – Γιαννιού.)

·         Δημιουργία θεατρικού – συζήτηση εκτός θεατρικού ρόλου – δημιουργία δράσης και στοχασμού νέου περιβάλλοντος –– διαμόρφωση της ιστορίας


vΕίναι τυχαίο που ο μπάρμπα-Γιαννιός ξεκίνησε σα ναύτης με μία πατατούκα και μόνο μ’ αυτή γύρισε ξανά στη στεριά;
v Tι συναισθηματική αξία μπορεί να είχε η πατατούκα για τον μπάρμπα-Γιαννιό;
v Τι μπορεί να απέγινε το καράβι του;
v Διαχειρίστηκε σωστά τα κέρδη που απέκτησε;
v Ποια ήταν τα πάθη του;
v Ήταν τυχαίο που το παρατσούκλι του στη γειτονιά ήταν Έρωντας; Τι υποδήλωνε;
v Πως μπορεί να έχασε τη γυναίκα του και το παιδί του;
v Άραγε μπόρεσε να ξεπεράσει τον θάνατό τους;
v Με ποιους τρόπους ξεχνούσε τους καημούς του;
vΑναζητώντας τον έρωτα της πολυλογούς, η οποία είχε μια ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή τι αντιλαμβανόμαστε για την ηθική και συναισθηματική πλευρά του μπάρμπα-Γιαννιού;
v  Πώς να ήταν η δική του οικογενειακή ζωή;
v  Ήταν ο μπάρμπα-Γιαννιός ικανός να λύσει πραγματικά τα προβλήματά του;
v Τι μπορεί να έλεγε ο μπάρμπα-Γιαννιός στην πολυλογού αν άνοιγε την πόρτα;
v  Πως θα μπορούσε να αντιμετωπίσει η πολυλογού τον μπάρμπα-Γιαννιό;
vΠοιος άλλος θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα από την οικογένεια της πολυλογούς και πως θα αντιδρούσε;
v Η χρονική στιγμή (μέρες Χριστουγέννων) θα επηρέαζε την αντίδραση της οικογένειας βλέποντας τον μπάρμπα-Γιαννιό μεθυσμένο να χτυπά την πόρτα του σπιτιού τους;
v  Αν ήσουν ο μπάρμπα-Γιαννιός τι θα άλλαζες στη ζωή σου;
v Αν ήσουνα στη θέση της πολυλογούς ή του συζύγου της θα προσπαθούσες να βοηθήσεις τον μπάρμπα-Γιαννιό; Αν ναι, με ποιους τρόπους;


·         Αξιολόγηση

   Ο μπάρμπα – Γιαννιός, ενώ ξεκίνησε ως ναυτικός καταφέρνοντας να αποκτήσει το  δικό του καράβι και μια άνετη ζωή, τελικά  δεν στάθηκε ικανός να διαχειριστεί και να λύσει τα προβλήματά του. Αν και δεν διευκρινίζεται από τον συγγραφέα σε ποια χρονική στιγμή και με ποιόν τρόπο επήλθε ο θάνατος της γυναίκας και του παιδιού του, είναι φανερό πως δεν μπόρεσε συναισθηματικά να αντιμετωπίσει τον χαμό τους.  Κυριευμένος από τα πάθη του, ξεκινώντας από το τίποτα, κατέληξε στο τίποτα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, πως το μόνο που απόσωσε ήταν η πατατούκα με την οποία ξεκίνησε για τα καράβια. Το πάθος του για το γυναικείο φύλλο, επέφερε την οικονομική καταστροφή, ζώντας σε ένα παλιό, μισογκρεμισμένο σπίτι, ενώ το πάθος του για το ποτό, ήταν αυτό που τελικά έκοψε το νήμα της ζωής του.
Στην προσπάθειά του να απεγκλωβιστεί, επιζητούσε τον έρωτα από την γειτόνισσα πολυλογού, γυναίκα με άντρα και τέσσερα παιδιά. Έρωτας ηθικά παράνομος κι όμως τον επιζητούσε έμπρακτα φωνάζοντας στο σοκάκι :

‘ Γειτόνισσα – γειτόνισσα πολυλογού και ψεύτρα
δεν είπες μια φορά κι εσύ, Γιαννιό μου έλα μέσα.’

Τα συναισθήματά του, παρορμητικά και έντονα έβρισκαν διέξοδο σε ονειροπλασίες και φαντασιώσεις, αποφορτίζοντας τον παροδικά.’ (οι σαΐτες του έρωτα, ο γέρο - Φετετζέλης )
Ώσπου το χιόνι σαν άσπρο σινδόνι από τον χώρο του φαντασιακού, περνά στον χώρο του πραγματικού  και καλύπτοντάς τον,αγνίζει με τον θάνατο.


Τεχνική: Εμψυχωτής σε ρόλο – Καθοδηγούμενη φαντασία : Οι σαΐτες του έρωτα. Αναβίωση της φαντασίωσης του μπάρμπα- Γιαννιού.

Ο εμψυχωτής μοιράζει στους συμμετέχοντες κόλλες Α4, προτρέποντας τους να φτιάξουν τη σαΐτα του  έρωτα. Με τη συνοδεία μουσικής, οι συμμετέχοντες κινητικά και λεκτικά εκφράζουν το δικό τους ταξίδι.

        Τεχνική: θέατρο Forum – Κοινωνική – Ηθική   Συναισθηματική διάσταση

Ο εμψυχωτής ζητά από  δύο συμμετέχοντες, να αναλάβουν  τους ρόλους του μπάρμπα- Γιαννιού και της γυναίκας του αναπτύσσοντας τη σχέση που αυτοί φαντάζονται. Ένα σημείο αδιευκρίνιστο, όπου ο συγγραφέας κάνει μια απλή αναφορά.
Όποιος από τους συμμετέχοντες θέλει μπορεί να διακόψει τον αυτοσχέδιο λόγο και να αναλάβει τη θέση κάποιου από τους χαρακτήρες.

Ο εμψυχωτής ζητά αντίστοιχα από δύο συμμετέχοντες, να αναλάβουν τους ρόλους του μπάρμπα- Γιαννιού και του άντρα της πολυλογούς προσπαθώντας να φωτίσουν την ηθική διάσταση του θέματος.

Επίσης, οι ρόλοι του μπάρμπα – Γιαννιού και της πολυλογούς  μπορούν να φωτίσουν τα αντιφατικά συναισθήματα των δύο χαρακτήρων.

Τεχνική: Καρέκλα των αποκαλύψεων – Η προσωπικότητα του μπάρμπα-Γιαννιού.

Ένας συμμετέχοντας, στο κέντρο του κύκλου, φορώντας ένα παλιό  παλτό, στο ρόλο του μπάρμπα-Γιαννιού, δέχεται τις ερωτήσεις των υπόλοιπων συμμετεχόντων για να πραγματοποιηθεί η διείσδυση στην ψυχοσύνθεση  του ρόλου.


Τεχνική: Τούνελ της συνείδησης – Αλλαγή των προβληματικών καταστάσεων

Οι συμμετέχοντες κρατούν ψηλά μία λευκή, μακρόστενη γάζα. Περνώντας από κάτω ο μπάρμπα-Γιαννιός μπορεί να ακούσει όλα όσα κάλυψε το χιόνι. π.χ. το ποτό δεν βοηθά, οι Φρύνας κι η χλιδή δεν φέρνουν τη χαρά.

Μέσω της διερευνητικής δραματοποίησης και των τεχνικών, οι συμμετέχοντες αγγίζουν τους φανερούς μα και τους σιωπηλούς  χαρακτήρες του διηγήματος, εμβαθύνουν σε αυτούς, βρίσκονται αντιμέτωποι με ηθικοκοινωνικά  ζητήματα, τα οποία καλούνται να διευθετήσουν και να αλλάξουν δημιουργώντας μια νέα δράση.


·         Νέα δράση

Νέο σαλπάρισμα! Μ’ άλλον αέρα! Φόρεσε την πατατούκα του, εκείνη που τον ζέσταινε όταν πρωτομπαρκάρισε σαν ναύτης, που τον προστάτευε νύχτες ολόκληρες από την αλμύρα των κυμάτων.
Έβγαλε από την αριστερή τσέπη του υποκαμίσου το χτενάκι του, ρίχνοντας μια τελευταία αισιόδοξη ματιά στον καθρέφτη.
-       Όλα καλά θα πάνε..! Είπε βγαίνοντας από την καμπίνα του και κατευθύνθηκε στους ναύτες για τις τελευταίες οδηγίες.
-       Τα φορτία είναι όλα μέσα καπετάνιε, είμαστε έτοιμοι να σαλπάρουμε! φώναξε ένας ναύτης τρέχοντας προς το μέρος του.
Κι όντως, όλα καλά πήγανε  στο πρώτο ταξίδι και στο δεύτερο και στο τρίτο και σε όλα όσα ακολούθησαν. Σε κάθε λιμάνι οι έμποροι τον καλωσόριζαν, τον φίλευαν και τον ξεναγούσαν στα σοκάκια της κάθε πόλης.Όλες τις γεύσεις και τις μυρωδιές που έπαιρνε, τις έστελνε στη γυναίκα του μέσα σ’ ένα φάκελο, γεμάτο ιστορίες μακρινές και αλλιώτικες που είχε δει και ζήσει.
Κι εκείνη έκλεινε τα μάτια και τις σιγομουρμούριζε στο αγέννητο τέκνο που είχε στα σπλάχνα της.
Σα μικρό παιδί περίμενε τα γράμματα ο μπάρμπα – Γιαννιός και κάθε φορά που διάβαζε πως η κοιλιά της γυναίκας του μεγάλωνε μουρμούριζε αναστενάζοντας…
- Βρέχει, βρέχει άσπρο χιόνι
και ο γιός μου μεγαλώνει!
Έτσι πίστευε ο μπάρμπα-Γιαννιός, πως γιο θα βγάλει και άδειαζε τις μποτίλιες με τους ναύτες, με τους εμπόρους, στην υγειά του σπλάχνου του.
-Καπετάνιε! Τηλεγράφημα! φώναξε ο ναύτης ένα ηλιόλουστο πρωινό που ο ούριος άνεμος έσπρωχνε το καράβι απαλά στο επόμενο λιμάνι.
- Η έγκυος στοπ αρρώστησε στοπ!
Όλα σκοτείνιασαν… η καμπίνα θόλωσε…
Με δυσκολία έφτασε ως το μικρό ξύλινο τραπεζάκι και άρπαξε το κονιάκ, ύστερα σιγή, το βλέμμα κενό, ούτε λόγος να μπει άνθρωπος στην καμπίνα…
Την επόμενη μέρα διέταξε να αυξήσουν ταχύτητα οι μηχανές, ο καιρός βοηθούσε να φτάσει συντομότερα στο επόμενο λιμάνι κι από κει να επιστρέψει στην Ελλάδα. Απ’ το μικρό παραθυράκι της καμπίνας, το βλέμμα του έσπρωχνε τα κύματα και κάθε γουλιά ποτού έφερνε και έναν βαρύ αναστεναγμό.
Όταν έφτασε στο λιμάνι, έδωσε στον έμπιστό του ναύτη βιαστικά κάποιες οδηγίες για τα εμπορεύματα και φορώντας βιαστικά την πατατούκα του μπήκε στο επιβατικό καράβι, που θα τον έφερνε κοντά στην άρρωστη γυναίκα του..
-       Φυματίωση … είπε ο γιατρός το παιδί είναι αδύνατον να σωθεί..όσο για τη μητέρα…
Κι έτρεξε ο μπάρμπα-Γιαννιός σε γιατρούς άλλους δέκα, μαντζούνια παρήγγειλε από την μακρινή Αλγερία, γιατροσόφια του φέρανε από την Ινδία, του κάκου… η έγκυος χειροτέρευε..
Ούτε που τον ένοιαζε για το καράβι, για τα εμπορεύματα, όλες του τις οικονομίες έδωσε με μία μοναχά ελπίδα… να σώσει τη γυναίκα του και το παιδί του. Δύο μήνες πέρασαν έτσι, ώσπου μια μέρα όλα γύρω του πήραν το νωχελικό, κίτρινο  χρώμα του κονιάκ…
-       Λυπάμαι… είπε ο γιατρός και σκύβοντας το κεφάλι αποχώρισε.
Νέα από το καράβι ερχόντουσαν τακτικά τον πρώτο καιρό, όλα κλειστά και στοιβαγμένα στη χαραμάδα κάτω από την πόρτα, κανένα δεν άνοιξε κι έτσι περνούσαν οι μήνες… ναυάγιο η ψυχή του, φουρτουνιασμένα κύματα οι σκέψεις του, θολές οι μνήμες του κυλούσαν σαν τα κύματα μέσα στο ποτό.
Κάποιες φορές κοιτούσε απ’ το παράθυρο το στολισμένο σπίτι της γειτόνισσας πολυλογούς…
καρδιά του χειμώνα, Χριστούγεννα, Αϊ Βασίλης, φώτα και μες στην κρύα κάμαρα οι σοφάδες έπεφταν.
-       Άνοιξε μπάρμπα-Γιαννιό, φώναξε μια βαριά αντρική φωνή καθώς χτυπούσε η πόρτα.
Σηκώθηκε αργά και σαν άνοιξε την πόρτα τα κλειστά γράμματα ‘γίναν ένα με τους πεσμένους σοφάδες στη γωνιά.
Ήταν ο άντρας της πολυλογούς… -Έλα να φας μαζί μας μπάρμπα Γιαννιό, χρονιάρα μέρα..τα παιδία και τι δε θα ‘διναν να τους πεις μια ιστορία από τα ξένα.
Φόρεσε αργά  την σκονισμένη του πατατούκα και ξεκίνησαν μαζί για το γειτονικό σπίτι. Την πόρτα άνοιξε ο μικρότερος γιός της πολυλογούς φορώντας στο κεφάλι του ένα ναυτικό καπέλο.
-       Άλλος για τη βάρκα μας! Φώναξε και τράβηξε τον μπάρμπα-Γιαννιό κοντά στο στολισμένο καραβάκι που ήταν μαζεμένα και τα υπόλοιπα παιδιά.

 ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΚΑΡΤΣΑΚΛΗ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου